μεταβλητός

μεταβλητός
η , ό[ν]
1) изменяемый; 2) изменчивый, переменчивый, непостоянный; неустойчивый;

χαρακτήρ μεταβλητός — непостоянный характер;

μεταβλητή κατάσταση — неустойчивое положение;

μεταβλητό κεφάλαιο 9 — К. переменный капитал;

μεταβλητή ποσότης мат. — переменная величина


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "μεταβλητός" в других словарях:

  • μεταβλητός — subject to change masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητός — ή, ό (Α μεταβλητός, ή, όν) [μεταβάλλω] αυτός που υπόκειται σε μεταβολή ή που μπορεί να μεταβληθεί νεοελλ. 1. το θηλ. ως ουσ. η μεταβλητή μαθημ. μια ποσότητα η οποία μπορεί να παίρνει διάφορες τιμές (α. «ανεξάρτητη μεταβλητή» β. «εξαρτημένη… …   Dictionary of Greek

  • μεταβλητός — ή, ό αυτός που μπορεί να μεταβληθεί, ν αλλάξει: Ο καιρός στη διάρκεια της αυριανής μέρας θα είναι μεταβλητός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταβλητός αστέρας — (Αστρον.). Αστέρας, η λαμπρότητα του οποίου μεταβάλλεται με τον χρόνο (έως σήμερα έχουν καταμετρηθεί περίπου 30.000 τέτοιοι αστέρες). Η μεταβολή αυτή είναι εφικτό να φανεί στην καμπύλη φωτός του αστέρα και μπορεί να είναι ομαλή –με περίοδο που… …   Dictionary of Greek

  • μεταβλητά — μεταβλητός subject to change neut nom/voc/acc pl μεταβλητά̱ , μεταβλητός subject to change fem nom/voc/acc dual μεταβλητά̱ , μεταβλητός subject to change fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητῶν — μεταβλητός subject to change fem gen pl μεταβλητός subject to change masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητόν — μεταβλητός subject to change masc acc sg μεταβλητός subject to change neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητοῖς — μεταβλητός subject to change masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητοί — μεταβλητός subject to change masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητοῦ — μεταβλητός subject to change masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβλητῆς — μεταβλητός subject to change fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»